el trombón
Pronunciation
/tɾɔmbˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "trombón"στα ισπανικά

El trombón
[gender: masculine]
01

ένα πνευστό μουσικό όργανο από ορείχαλκο με ολισθητή ράβδο, τρομπόνι

un instrumento musical de viento-metal con una vara corrediza
el trombón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trombones
Παραδείγματα
El sonido del trombón llenó todo el auditorio.
Ο ήχος του τρομπόνι γέμισε ολόκληρο το αμφιθέατρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store