el peaje
Pronunciation
/peˈaxe/

Ορισμός και σημασία του "peaje"στα ισπανικά

01

διόδια, τέλος οδικής χρήσης

cantidad de dinero que se paga para usar una carretera o puente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peajes
Παραδείγματα
El peaje se puede pagar en efectivo o con tarjeta.
Το διόδιο μπορεί να πληρωθεί σε μετρητά ή με κάρτα.
02

διόδια, σταθμός διόδιων

lugar donde se cobra dinero por usar una carretera o autopista
Παραδείγματα
El peaje está situado justo antes del puente.
Ο σταθμός διόδιας βρίσκεται ακριβώς πριν από τη γέφυρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store