el atasco
a
a
α
tas
ˈtas
τασ
co
ko
κο
frascocascodamascochubasco

Ορισμός και σημασία του "atasco"στα ισπανικά

01

κυκλοφοριακή συμφόρηση, κομφορία

situación donde los vehículos no pueden avanzar por congestión en la carretera 
el atasco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atascos
Παραδείγματα
Hay un atasco en la autopista. 

Υπάρχει κυκλοφοριακή συμφόρηση στην εθνική οδό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store