Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estacionamiento
01
πάρκινγκ, χώρος στάθμευσης
lugar donde se pueden dejar los vehículos temporalmente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estacionamientos
Παραδείγματα
El estacionamiento es gratuito los domingos.
Το πάρκινγκ είναι δωρεάν τις Κυριακές.



























