el horario
Pronunciation
/ɔɾˈaɾjo/

Ορισμός και σημασία του "horario"στα ισπανικά

El horario
[gender: masculine]
01

πρόγραμμα, ωράριο

tiempo o plan que indica cuándo se hacen actividades
el horario definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
horarios
Παραδείγματα
El horario laboral incluye una hora para almorzar.
Το πρόγραμμα εργασίας περιλαμβάνει μία ώρα για το γεύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store