el prometido
Pronunciation
/pɾˌometˈiðo/

Ορισμός και σημασία του "prometido"στα ισπανικά

El prometido
[gender: masculine]
01

αρραβωνιαστικός, μνηστήρας

hombre con el que alguien ha acordado casarse
el prometido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prometidos
Παραδείγματα
Su prometido siempre la acompaña a los eventos familiares.
Ο αρραβωνιαστικός της τη συνοδεύει πάντα στις οικογενειακές εκδηλώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store