Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El prometido
01
αρραβωνιαστικός, μνηστήρας
hombre con el que alguien ha acordado casarse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prometidos
Παραδείγματα
Su prometido siempre la acompaña a los eventos familiares.
Ο αρραβωνιαστικός της τη συνοδεύει πάντα στις οικογενειακές εκδηλώσεις.



























