el prometido
pro
pɾo
pro
me
me
me
ti
ˈti
ti
do
ðo
dho
resentidodifundidoexprimidoprotegido

Ορισμός και σημασία του "prometido"στα ισπανικά

01

αρραβωνιαστικός, μνηστήρας

hombre con el que alguien ha acordado casarse 
el prometido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prometidos
αρσενικό ενικό
prometido
θηλυκό ενικό
prometida
neutral form
pareja comprometida
Παραδείγματα
El prometido de Ana vive en otra ciudad. 

Ο αρραβωνιαστικός της Άνας ζει σε άλλη πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store