Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El niño
01
παιδί, νέος
persona joven, generalmente hijo o menor de edad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
niños
Παραδείγματα
El niño juega con sus amigos en el parque.
Το παιδί παίζει με τους φίλους του στο πάρκο.
02
αγόρι, παιδί
persona joven, generalmente menor de edad
Παραδείγματα
El niño juega con sus amigos.
Το παιδί παίζει με τους φίλους του.
03
μωρό, νεογέννητο
bebé o persona muy joven, recién nacido
Παραδείγματα
El niño acaba de nacer.
Το παιδί μόλις γεννήθηκε.
04
παιδί
hijo o hija de alguien, persona joven perteneciente a una familia
Παραδείγματα
Su niño tiene cinco años.
Το παιδί του είναι πέντε ετών.



























