Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La madre
[gender: feminine]
01
μητέρα
mujer que tiene uno o más hijos
Παραδείγματα
Siempre hablo con mi madre por teléfono.
Μιλάω πάντα με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο.
02
κοίτη ποταμού, ρεύμα ποταμού
terreno o cauce por donde corre un río o se extiende el mar
Παραδείγματα
La madre del río es importante para el ecosistema.
Ο πυθμένας του ποταμού είναι σημαντικός για το οικοσύστημα.
03
μητέρα (θρησκευτικός τίτλος)
mujer religiosa que lidera un convento o comunidad religiosa
Παραδείγματα
La madre celebró la misa con gran devoción.
Η μητέρα γιόρτασε τη λειτουργία με μεγάλη ευσέβεια.



























