la madre
mad
ˈmað
madh
re
ɾe
re
padre

Ορισμός και σημασία του "madre"στα ισπανικά

01

μητέρα

mujer que tiene uno o más hijos 
la madre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
madres
Παραδείγματα
Mi madre es muy cariñosa. 

Η μητέρα μου είναι πολύ στοργική.

02

κοίτη ποταμού, ρεύμα ποταμού

terreno o cauce por donde corre un río o se extiende el mar 
la madre definition and meaning
Παραδείγματα
La madre del río está llena de piedras. 

Ο πυθμένας του ποταμού είναι γεμάτος πέτρες.

03

μητέρα (θρησκευτικός τίτλος)

mujer religiosa que lidera un convento o comunidad religiosa 
Παραδείγματα
La Madre superiora cuida de todas las monjas. 

Η Ηγουμένη φροντίζει όλες τις μοναχές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store