el hijo
hi
ˈi
ι
jo
xo
χο
fijomijoprefijocortijo

Ορισμός και σημασία του "hijo"στα ισπανικά

01

γιος

persona de sexo masculino que ha nacido de una madre y un padre 
el hijo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hijos
αρσενικό ενικό
hijo
θηλυκό ενικό
hija
neutral form
descendiente
Παραδείγματα
Mi hijo tiene ocho años. 

Ο γιος μου είναι οκτώ ετών.

02

παιδί

persona descendiente directa de una madre y un padre 
el hijo definition and meaning
Παραδείγματα
Perdieron a su único hijo en un accidente. 

Έχασαν το μοναδικό τους γιο σε ένα ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store