la cada
ˈde
ντε
ca
ka
κα
da
ða
δα

Ορισμός και σημασία του "década"στα ισπανικά

01

δεκαετία

período de diez años 
la década definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
décadas
Παραδείγματα
Una década tiene diez años. 

Μια δεκαετία έχει δέκα χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store