el cereal
ce
θe
the
real
ˈɾeal
real
portalhostalglobalcasual

Ορισμός και σημασία του "cereal"στα ισπανικά

01

δημητριακά

alimento hecho de granos que se come generalmente en el desayuno 
el cereal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cereales
Παραδείγματα
Me gusta comer cereal con leche por la mañana. 

Μου αρέσει να τρώω δημητριακά με γάλα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store