Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El limón
[gender: masculine]
01
λεμόνι, κίτρο
fruta amarilla, redonda y ácida que se usa para dar sabor o hacer jugo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
limones
Παραδείγματα
Exprimí medio limón sobre la carne.
Πίεσα μισό λεμόνι πάνω στο κρέας.
limón
01
λεμονί
de color amarillo claro parecido al de la cáscara del limón
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más limón
συγκριτικός βαθμός
más limón
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
limón
αρσενικό πληθυντικό
limón
θηλυκό ενικό
limón
θηλυκό πληθυντικό
limón
Παραδείγματα
El globo limón flotaba entre los otros colores.
Το μπαλόνι λεμόνι επιπλέει ανάμεσα στα άλλα χρώματα.



























