el ajo
a
ˈa
α
jo
xo
χο

Ορισμός και σημασία του "ajo"στα ισπανικά

01

σκόρδο

planta con bulbos blancos y olor fuerte que se usa para dar sabor a la comida 
el ajo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ajos
Παραδείγματα
El ajo da mucho sabor a los platos. 

Το σκόρδο δίνει πολλή γεύση στα πιάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store