soleado
so
so
so
lea
ˈlea
lea
do
ðo
dho
soldado

Ορισμός και σημασία του "soleado"στα ισπανικά

01

ηλιόλουστος, ηλιόλουστη

que tiene mucho sol 
soleado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más soleado
συγκριτικός βαθμός
más soleado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soleado
αρσενικό πληθυντικό
soleados
θηλυκό ενικό
soleada
θηλυκό πληθυντικό
soleadas
Παραδείγματα
Hoy es un día soleado. 

Σήμερα είναι μια ηλιόλουστη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store