Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silencioso
01
σιωπηλός, ήσυχος
que no hace ruido o mantiene silencio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más silencioso
συγκριτικός βαθμός
más silencioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
silencioso
αρσενικό πληθυντικό
silenciosos
θηλυκό ενικό
silenciosa
θηλυκό πληθυντικό
silenciosas
Παραδείγματα
El aula está silenciosa durante el examen.
Η τάξη είναι ήσυχη κατά τη διάρκεια της εξέτασης.



























