Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El silicio
[gender: masculine]
01
πυρίτιο
elemento químico no metálico utilizado en electrónica y presente en la arena y minerales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se estudian las propiedades del silicio en química.
Στη χημεία μελετώνται οι ιδιότητες του πυριτίου.



























