oscuro
Pronunciation
/ɔskˈuɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "oscuro"στα ισπανικά

01

σκοτεινός, βαθύς

que tiene un color más cercano al negro que al blanco; no claro
oscuro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más oscuro
συγκριτικός βαθμός
más oscuro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oscuro
αρσενικό πληθυντικό
oscuros
θηλυκό ενικό
oscura
θηλυκό πληθυντικό
oscuras
Παραδείγματα
Sus ojos son de un marrón oscuro.
Τα μάτια της είναι σκούρο καφέ.
02

σκοτεινός, σκοτάδι

que tiene poca o ninguna luz
oscuro definition and meaning
Παραδείγματα
El túnel es largo y oscuro.
Η σήραγγα είναι μακριά και σκοτεινή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store