Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derecho
01
δεξιός
que está al lado opuesto del izquierdo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
derecho
αρσενικό πληθυντικό
derechos
θηλυκό ενικό
derecha
θηλυκό πληθυντικό
derechas
Παραδείγματα
El auricular derecho no funciona.
Το δεξί ακουστικό δεν λειτουργεί.
02
ευθύς, ίσιος
que sigue una línea recta, sin curvas ni desvíos
Παραδείγματα
Este camino es más corto porque va derecho.
Αυτό το μονοπάτι είναι πιο σύντομο γιατί πηγαίνει ευθεία.
El derecho
[gender: masculine]
01
δικαίωμα
conjunto de normas y principios que regulan la convivencia en una sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Estudiar derecho requiere mucha lectura.
Η μελέτη του δικαίου απαιτεί πολλή ανάγνωση.
02
δικαίωμα, προνόμιο
facultad o libertad que tiene una persona para hacer o exigir algo legítimamente
Παραδείγματα
Lucharon por sus derechos civiles.
Πάλεψαν για τα πολιτικά τους δικαιώματα.



























