Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profundo
01
βαθύς, έντονος
que llega muy adentro o tiene mucha intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más profundo
συγκριτικός βαθμός
más profundo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
profundo
αρσενικό πληθυντικό
profundos
θηλυκό ενικό
profunda
θηλυκό πληθυντικό
profundas
Παραδείγματα
Cavaron un hoyo profundo para los cimientos.
Έσκαψαν μια βαθιά τρύπα για τα θεμέλια.
02
βαθύς, έντονος
que tiene gran intensidad o fuerza, ya sea física o emocional
Παραδείγματα
La obra de arte transmite un mensaje profundo.
Το έργο τέχνης μεταδίδει ένα βαθύ μήνυμα.
03
βαθύς, έντονος
que ocurre con intensidad y estabilidad, especialmente aplicado al sueño
Παραδείγματα
La siesta fue corta pero profunda.
Ο υπνάκος ήταν σύντομος αλλά βαθύς.



























