Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profundo
01
βαθύς, έντονος
que llega muy adentro o tiene mucha intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más profundo
συγκριτικός βαθμός
más profundo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
profundo
αρσενικό πληθυντικό
profundos
θηλυκό ενικό
profunda
θηλυκό πληθυντικό
profundas
Παραδείγματα
El río es muy profundo en esta parte.
Ο ποταμός είναι πολύ βαθύς σε αυτό το σημείο.
02
βαθύς, έντονος
que tiene gran intensidad o fuerza, ya sea física o emocional
Παραδείγματα
Tiene un conocimiento profundo de la historia.
Έχει βαθιά γνώση της ιστορίας.
03
βαθύς, έντονος
que ocurre con intensidad y estabilidad, especialmente aplicado al sueño
Παραδείγματα
El niño cayó en un sueño profundo.
Το παιδί έπεσε σε βαθύ ύπνο.



























