Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profundizar
01
εμβαθύνω, εξετάζω λεπτομερώς
examinar algo con mucho detalle o profundidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
profundizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
profundiza
ενεστώτα μετοχή
profundizando
απλός αόριστος
profundicé
παθητική μετοχή
profundizado
Παραδείγματα
Quiero profundizar en la historia de mi familia.
Θέλω να εμβαθύνω στην ιστορία της οικογένειάς μου.
02
βαθαίνω, σκάβω
hacer más profundo un espacio, cavidad o superficie
Παραδείγματα
Decidieron profundizar el pozo.
Αποφάσισαν να βαθύνουν το πηγάδι.



























