pequeño
pe
pe
pe
que
ˈke
ke
ño
ɲo
nio
risueñobarreñojalapeñopanameño

Ορισμός και σημασία του "pequeño"στα ισπανικά

01

μικρός

de tamaño, cantidad o intensidad menor de lo normal o de lo comparado 
pequeño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el menor
συγκριτικός βαθμός
menor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pequeño
αρσενικό πληθυντικό
pequeños
θηλυκό ενικό
pequeña
θηλυκό πληθυντικό
pequeñas
Παραδείγματα
Vivo en un apartamento pequeño. 

Ζω σε ένα μικρό διαμέρισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store