el pepino
Pronunciation
/pepˈino/

Ορισμός και σημασία του "pepino"στα ισπανικά

El pepino
[gender: masculine]
01

αγγούρι, κολοκύθι

vegetal largo y verde que se come crudo o en ensaladas
el pepino definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pepinos
Παραδείγματα
Mi mamá hace jugo de pepino.
Η μαμά μου φτιάχνει χυμό αγγουριού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store