seguro
Pronunciation
/seɣˈuɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "seguro"στα ισπανικά

01

ασφαλής, χωρίς κίνδυνο

que no tiene peligro o riesgo
seguro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más seguro
συγκριτικός βαθμός
más seguro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
seguro
αρσενικό πληθυντικό
seguros
θηλυκό ενικό
segura
θηλυκό πληθυντικό
seguras
Παραδείγματα
La ciudad es más segura que antes.
Η πόλη είναι πιο ασφαλής από πριν.
02

αυτοπεπεισμένος, βέβαιος

que actúa con confianza en sí mismo
seguro definition and meaning
Παραδείγματα
Camina con paso seguro.
Περπατά με βέβαιο βήμα.
03

βέβαιος, πεπεισμένος

que tiene certeza o confianza sobre algo
seguro definition and meaning
Παραδείγματα
Estoy seguro de que puedes lograrlo.
Είμαι βέβαιος ότι μπορείς να το καταφέρεις.
04

ασφαλής, προστατευμένος

que está protegido, estable o libre de peligro
seguro definition and meaning
Παραδείγματα
La situación financiera es segura por ahora.
Η οικονομική κατάσταση είναι ασφαλής προς το παρόν.
El seguro
[gender: masculine]
01

ασφάλεια

contrato que garantiza una compensación económica ante ciertos daños o pérdidas
el seguro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
seguros
Παραδείγματα
¿ Cuánto cuesta el seguro?
Πόσο κοστίζει η ασφάλεια;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store