solitario
Pronunciation
/sˌolitˈaɾjo/

Ορισμός και σημασία του "solitario"στα ισπανικά

01

μοναχικός, απομονωμένος

que está solo o prefiere estar solo; sin compañía o apartado
solitario definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más solitario
συγκριτικός βαθμός
más solitario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solitario
αρσενικό πληθυντικό
solitarios
θηλυκό ενικό
solitaria
θηλυκό πληθυντικό
solitaria
Παραδείγματα
No me gusta estar solitario por mucho tiempo.
Δεν μου αρέσει να είμαι μοναχικός για πολύ καιρό.
01

μοναχικός

persona que prefiere estar sola y evita la compañía de otros
el solitario definition and meaning
Παραδείγματα
Ser un solitario no significa estar triste o infeliz.
Το να είσαι μοναχικός δεν σημαίνει ότι είσαι λυπημένος ή δυστυχισμένος.
02

σολιτέρ, πασιέντζα

un juego de cartas para una persona, tradicionalmente con un mazo de 52 cartas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
solitarios
Παραδείγματα
El solitario es un buen pasatiempo para viajes largos en avión.
Το σολιτέρ είναι μια καλή διασκέδαση για μακρινές αεροπορικές διαδρομές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store