enfermo
en
en
en
fer
ˈfeɾ
fer
mo
mo
mo
termo

Ορισμός και σημασία του "enfermo"στα ισπανικά

01

άρρωστος, ασθενής

que tiene una enfermedad o está mal de salud 
enfermo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enfermo
συγκριτικός βαθμός
más enfermo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enfermo
αρσενικό πληθυντικό
enfermos
θηλυκό ενικό
enferma
θηλυκό πληθυντικό
enfermas
θεματικό πεδίο
salud, estado, personas
Παραδείγματα
Estoy enfermo y no puedo ir al trabajo. 

Είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να πάω στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store