Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bueno
01
καλός, ευγενικός
que actúa con bondad, honradez o buenas intenciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mejor
συγκριτικός βαθμός
mejor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bueno
αρσενικό πληθυντικό
buenos
θηλυκό ενικό
buena
θηλυκό πληθυντικό
buenas
Παραδείγματα
Ella es una persona muy buena.
Είναι ένα πολύ καλό άτομο.
02
καλός, καλά
que produce un efecto positivo o provechoso
Παραδείγματα
Dormir bien es bueno para la salud.
Το καλό ύπνο είναι καλό για την υγεία.
03
καλός, ποιοτικός
que tiene calidad, valor o excelencia
Παραδείγματα
Compré un coche bueno y barato.
Αγόρασα ένα καλό και φθηνό αυτοκίνητο.
04
καλός, νόστιμος
que tiene buen sabor o resulta agradable al gusto
Παραδείγματα
Este pastel está muy bueno.
Αυτό το κέικ είναι πολύ νόστιμο.
05
καλός, κατάλληλος
que sirve o es adecuado para un propósito
Παραδείγματα
Este cuchillo es bueno para cortar carne.
Αυτό το μαχαίρι είναι καλό για το κόψιμο του κρέατος.
bueno
01
Γεια σου;, Εμπρός;
expresión usada para llamar la atención o iniciar una conversación
Παραδείγματα
¡Bueno! ¿Me escuchas?
Καλά ! Με ακούς;



























