Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La buhardilla
01
σοφίτα, υπόστεγο
un espacio habitable bajo el tejado de una casa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
buhardillas
Παραδείγματα
Guardamos los baúles viejos en la buhardilla.
Φυλάμε τις παλιές σεντούκες στην σοφίτα.
02
παράθυρο στέγης, προεξέχον παράθυρο
una ventana vertical que sobresale de un tejado inclinado
Παραδείγματα
La buhardilla ilumina y ventila la habitación del ático.
Το παράθυρο της σοφίτας φωτίζει και αερίζει το δωμάτιο της σοφίτας.



























