Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
correcto
01
σωστός, ακριβής
que está de acuerdo con la verdad, las reglas o lo exacto
Παραδείγματα
Esa información no parece correcta.
Αυτή η πληροφορία δεν φαίνεται σωστή.
02
σωστός, κατάλληλος
que actúa con educación, respeto y comportamiento adecuado
Παραδείγματα
El camarero fue correcto pero algo distante.
Ο σερβιτόρος ήταν σωστός αλλά κάπως αποστασιοποιημένος.
03
ειλικρινής, ενάρετος
que actúa con integridad, justicia o rectitud moral
Παραδείγματα
Su conducta siempre fue correcta y transparente.
Η συμπεριφορά του ήταν πάντα σωστή και διαφανής.



























