Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
correcto
01
σωστός, ακριβής
que está de acuerdo con la verdad, las reglas o lo exacto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más correcto
συγκριτικός βαθμός
más correcto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
correcto
αρσενικό πληθυντικό
correctos
θηλυκό ενικό
correcta
θηλυκό πληθυντικό
correctas
Παραδείγματα
Tu respuesta es correcta.
Η απάντησή σου είναι σωστή.
02
σωστός, κατάλληλος
que actúa con educación, respeto y comportamiento adecuado
Παραδείγματα
Siempre fue correcto al hablar con sus superiores.
Ήταν πάντα ευγενικός όταν μιλούσε στους ανωτέρους του.
03
ειλικρινής, ενάρετος
que actúa con integridad, justicia o rectitud moral
Παραδείγματα
Es un ciudadano correcto y trabajador.
Είναι ένας ενάρετος και εργατικός πολίτης.



























