pesado
Pronunciation
/pesˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "pesado"στα ισπανικά

01

βαρύς, βαρύβαρης

que tiene mucho peso o resulta difícil de mover
pesado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pesado
συγκριτικός βαθμός
más pesado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pesado
αρσενικό πληθυντικό
pesados
θηλυκό ενικό
pesada
θηλυκό πληθυντικό
pesadas
Παραδείγματα
No intentes levantar algo tan pesado solo.
Μην προσπαθήσετε να σηκώσετε κάτι τόσο βαρύ μόνοι σας.
02

ενοχλητικός, κουραστικός

que resulta molesto o difícil de soportar
pesado definition and meaning
Παραδείγματα
Es pesado porque siempre critica todo.
Είναι βαρετός γιατί πάντα τα κριτικάρει όλα.
03

βαρύς, δύσπεπτος

que es difícil de digerir y que puede causar molestias estomacales
Παραδείγματα
Las salsas muy grasas suelen ser pesadas.
01

βαρετός άνθρωπος, ενοχλητικός άνθρωπος

una persona aburrida y molesta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pesados
Παραδείγματα
El viaje en coche fue terrible porque iba con un pesado.
Το ταξίδι με το αυτοκίνητο ήταν τρομερό γιατί ήμουν με έναν βαρετό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store