púrpura
Pronunciation
/pˈuɾpuɾa/

Ορισμός και σημασία του "púrpura"στα ισπανικά

01

πορφυρό, βιολετί

de un color entre el rojo y el azul, profundo y vibrante
púrpura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más púrpura
συγκριτικός βαθμός
más púrpura
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
púrpura
αρσενικό πληθυντικό
púrpuras
θηλυκό ενικό
púrpura
θηλυκό πληθυντικό
púrpuras
Παραδείγματα
La tinta púrpura era muy valiosa en la antigüedad.
Το πορφυρό μελάνι ήταν πολύ πολύτιμο στην αρχαιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store