Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cabeza
[gender: feminine]
01
κεφάλι, αρχηγός
parte superior del cuerpo donde están el cerebro, los ojos, la nariz y la boca
Παραδείγματα
El sombrero cubre la cabeza.
Το καπέλο καλύπτει το κεφάλι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κεφάλι, αρχηγός