nueve
nue
ˈnwe
nve
ve
βe
be
nieve

Ορισμός και σημασία του "nueve"στα ισπανικά

01

εννέα

el número que es más que ocho y menos que diez 
nueve definition and meaning
Παραδείγματα
Nueve es un número impar. 

Εννέα είναι ένας περιττός αριθμός.

01

εννέα, εννέα

se usa para indicar que hay nueve personas, animales o cosas 
nueve definition and meaning
Παραδείγματα
Compramos nueve boletos para el concierto. 

Αγοράσαμε εννέα εισιτήρια για τη συναυλία.

01

η ένατη, η ένατη ημέρα

el noveno día de un mes en el calendario 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La cita es el nueve de mayo. 

Το ραντεβού είναι στις εννέα Μαΐου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store