Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El béisbol
01
μπέιζμπολ
deporte en el que dos equipos intentan anotar carreras golpeando una pelota con un bate y corriendo por las bases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Me gusta jugar al béisbol los fines de semana.
Μου αρέσει να παίζω μπέιζμπολ τα σαββατοκύριακα.



























