Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
correr
01
τρέχω
moverse rápidamente usando las piernas, más rápido que caminar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
corro
γ΄ ενικό πρόσωπο
corre
ενεστώτα μετοχή
corriendo
απλός αόριστος
corrí
παθητική μετοχή
corrido
Παραδείγματα
Me gusta correr por las mañanas.
Μου αρέσει να τρέχω το πρωί.
02
βιάζομαι, σπεύδω
moverse rápido para llegar a un lugar o hacer algo pronto
Παραδείγματα
Corrí para no perder el autobús.
Τρέχω για να μην χάσω το λεωφορείο.
03
τραβώ, ανοίγω
mover una cosa, como una cortina o una puerta, para abrirla o cerrarla
Παραδείγματα
Ella corrió la ventana para abrirla.
Αυτή τράβηξε το παράθυρο για να το ανοίξει.
04
διαδίδομαι, τρέχω
hacerse público o difundirse entre muchas personas
Παραδείγματα
El rumor empezó a correr por la ciudad.
Η φήμη άρχισε να διαδίδεται στην πόλη.



























