el oso polar
o
ˈo
o
so
so
so
po
po
po
lar
laɾ
lar

Ορισμός και σημασία του "oso polar"στα ισπανικά

01

πολική αρκούδα, λευκή αρκούδα

oso grande, blanco, carnívoro, que habita regiones árticas y se alimenta principalmente de focas 
el oso polar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
osos polares
θηλυκό ενικό
osa polar
Παραδείγματα
El oso polar vive en el Ártico. 

Η πολική αρκούδα ζει στην Αρκτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store