el conejo
Pronunciation
/konˈexo/

Ορισμός και σημασία του "conejo"στα ισπανικά

01

κουνέλι, κουνέλι (θηλυκό)

animal pequeño, de orejas largas, que salta y vive en madriguera
el conejo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conejos
Παραδείγματα
Mi hermana tiene un conejo como mascota.
Η αδερφή μου έχει ένα κουνέλι ως κατοικίδιο.
02

κουνέλι

la carne del mamífero lagomorfo del mismo nombre, de sabor suave y textura magra
el conejo definition and meaning
Παραδείγματα
Guisé el conejo con aceitunas y alcaparras.
Έψησα το κουνέλι με ελιές και κάπαρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store