Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confabular
01
συνωμοτώ, συνωμοτώ
hablar de manera secreta y a menudo ilícita con alguien para lograr un fin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confabulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
confabula
ενεστώτα μετοχή
confabulando
απλός αόριστος
confabuló
παθητική μετοχή
confabulado
Παραδείγματα
Los empresarios se confabularon para fijar los precios y eliminar la competencia.
Οι επιχειρηματίες συνωμοτήθηκαν για να καθορίσουν τις τιμές και να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό.



























