jaggery
ja
ˈʤæ
gge
ry
ri
ri
jaggheryjaggary

Ορισμός και σημασία του "jaggery"στα αγγλικά

01

τζάγκερι, ζάχαρη φοίνικα

a traditional unrefined sweetener made from sugarcane juice or palm sap 
jaggery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She adds jaggery to her homemade granola bars for a healthier sweetener option. 

Προσθέτει jaggery στα σπιτικά της μπάρες γκρανόλα για μια πιο υγιεινή επιλογή γλυκαντικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jaggery
jag
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store