Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jackrabbit
01
αμερικανικός λαγός, τζακράμπιτ
a wild mammal like a rabbit, called hare, native to open parts of the US
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackrabbits
to jackrabbit
01
προχωρώ με γρήγορη, ξαφνική κίνηση
go forward or start with a fast, sudden movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jackrabbit
γ΄ ενικό πρόσωπο
jackrabbits
ενεστώτα μετοχή
jackrabbiting
απλός αόριστος
jackrabbited
παθητική μετοχή
jackrabbited



























