Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jacket
01
σακάκι, μπουφάν
a short item of clothing that we wear on the top part of our body, usually has sleeves and something in the front so we could close it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackets
Παραδείγματα
The jacket is made of waterproof material, so it's great for rainy days.
Το σακάκι είναι φτιαγμένο από αδιάβροχο υλικό, οπότε είναι ιδανικό για βροχερές μέρες.
02
επιφύλλιο, κάλυμμα βιβλίου
a loose paper covering a book protecting it against dust, usually with a design or illustration on it
03
στεφάνη δοντιού, δοντική πρόθεση
(dentistry) dental appliance consisting of an artificial crown for a broken or decayed tooth
04
περίβλημα, κέλυφος
the tough metal shell casing for certain kinds of ammunition
05
φλούδα πατάτας, δέρμα πατάτας
the outer skin of a potato
06
σακάκι, μπουφάν
the upper part of a suit, typically with sleeves and a collar, worn as part of a formal outfit
Παραδείγματα
The jacket of his suit was made of high-quality fabric.
Το σακάκι του κοστουμιού του ήταν κατασκευασμένο από υψηλής ποιότητας ύφασμα.
07
φάκελος κρατουμένου, φυλακικό αρχείο
a prisoner's central file containing records and personal information
slang
Παραδείγματα
The officer compared the jacket with the new report.
Ο αξιωματικός συνέκρινε τον φάκελο με τη νέα αναφορά.
to jacket
01
επικαλύπτω με θερμικά μη αγώγιμη επικάλυψη, προμηθεύω με θερμομονωτικό περίβλημα
provide with a thermally non-conducting cover
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jacket
γ΄ ενικό πρόσωπο
jackets
ενεστώτα μετοχή
jacketing
απλός αόριστος
jacketed
παθητική μετοχή
jacketed
02
φορώ μπουφάν, βάζω μπουφάν
put a jacket on



























