jackboot
Pronunciation
/dʒˈækbuːt/

Ορισμός και σημασία του "jackboot"στα αγγλικά

01

μπότα ιππικού, στρατιωτική μπότα

a type of military boot typically made of leather with a tall, stiff shaft that extends up to the knee or higher
jackboot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackboots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store