to jack up
jack
ʤæk
jāk
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "jack up"στα αγγλικά

to jack up
01

σηκώνω, σηκώνω με γρύλο

to raise a vehicle off the ground using a jack 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
jack
ενεστώτας
jack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
jacks up
ενεστώτα μετοχή
jacking up
απλός αόριστος
jacked up
παθητική μετοχή
jacked up
Παραδείγματα
He jacked up the car to change the oil. 

Σήκωσε το αυτοκίνητο για να αλλάξει το λάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store