Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jack up
01
σηκώνω, σηκώνω με γρύλο
to raise a vehicle off the ground using a jack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
jack
ενεστώτας
jack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
jacks up
ενεστώτα μετοχή
jacking up
απλός αόριστος
jacked up
παθητική μετοχή
jacked up
Παραδείγματα
He jacked up the car to change the oil.
Σήκωσε το αυτοκίνητο για να αλλάξει το λάδι.



























