italic
i
αι
ta
ˈtæ
ται
lic
lɪk
λικ
/ɪtˈælɪk/

Ορισμός και σημασία του "italic"στα αγγλικά

01

πλάγια, πλάγια γραφή

a cursive script with slanted letters that are connected and flowing in appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
italics
02

ιταλικός, ιταλική γλώσσα

a branch of the Indo-European languages of which Latin is the chief representative
01

ιταλικός, σχετικός με τις ιταλικές γλώσσες

of or relating to the Italic languages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

πλάγιος, πλάγια γραφή

characterized by slanting characters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store