isotope
Pronunciation
/ˈaɪsəˌtoʊp/

Ορισμός και σημασία του "isotope"στα αγγλικά

01

ισότοπο, ισοτοπική μορφή

each of two or more forms of the same element that contain equal numbers of protons but different numbers of neutrons in their nuclei, leading to variation in atomic mass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
isotopes
Παραδείγματα
Isotopes play a crucial role in understanding nuclear reactions, radiometric dating, and various applications in science and technology.
Τα ισότοπα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση των πυρηνικών αντιδράσεων, της ραδιομετρικής χρονολόγησης και διαφόρων εφαρμογών στην επιστήμη και την τεχνολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store