Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irreversibly
01
μη αναστρέψιμα, με μη αναστρέψιμο τρόπο
in a way that cannot be changed back or undone
Παραδείγματα
The technological advancement irreversibly changed the way people communicate.
Η τεχνολογική πρόοδος ανεστρέπτως άλλαξε τον τρόπο που επικοινωνούν οι άνθρωποι.
Λεξικό Δέντρο
irreversibly
reversibly
...
vers



























