Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Investor
01
επενδυτής, χρηματοδότης
a person or organization that provides money or resources to a business or project with the expectation of making a profit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
investors
Παραδείγματα
The investor provided capital to help the startup launch.
Ο επενδυτής παρείχε κεφάλαιο για να βοηθήσει την εκκίνηση της startup.
Λεξικό Δέντρο
investor
invest



























