intromit
int
ˌɪnt
ιντ
ro
ρα
mit
ˈmɪt
μιτ
/ˌɪntɹəmˈɪt/

Ορισμός και σημασία του "intromit"στα αγγλικά

to intromit
01

επιτρέπω την είσοδο, δίνω άδεια εισόδου

to give permission for entry
to intromit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intromit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intromits
ενεστώτα μετοχή
intromitting
απλός αόριστος
intromitted
παθητική μετοχή
intromitted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store