Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intromit
01
επιτρέπω την είσοδο, δίνω άδεια εισόδου
to give permission for entry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intromit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intromits
ενεστώτα μετοχή
intromitting
απλός αόριστος
intromitted
παθητική μετοχή
intromitted



























