introitus
Pronunciation
/ˌɪntɹəˈɪɾəs/

Ορισμός και σημασία του "introitus"στα αγγλικά

01

εισόδιος, άνοιγμα του κόλπου

the entrance or opening of a body cavity, particularly the vaginal opening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
introitus
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store