intransitive verb
Pronunciation
/ɪnˈtrænsɪtɪv vɝːb/

Ορισμός και σημασία του "intransitive verb"στα αγγλικά

Intransitive verb
01

αμετάβατο ρήμα, ρήμα χωρίς άμεσο αντικείμενο

(grammar) a verb without a direct object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intransitive verbs
Παραδείγματα
The child giggled uncontrollably, the innocence of laughter exemplifying the joy that an intransitive verb can bring without needing an object.
Το παιδί γέλασε ανεξέλεγκτα, η αθωότητα του γέλιου που παρουσιάζει τη χαρά που μπορεί να φέρει ένα αμετάβατο ρήμα χωρίς να χρειάζεται αντικείμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store