Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intoxicating
01
μεθυστικός, αλκοολικός
refers to a type of drink that contains high levels of alcohol and can cause impairment or intoxication if consumed in excess
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intoxicating
συγκριτικός βαθμός
more intoxicating
διαβαθμίσιμο
02
μεθυστικός, γοητευτικός
extremely exciting, thrilling, or overwhelming
Παραδείγματα
The music was intoxicating and made everyone dance.
Η μουσική ήταν μεθυστική και έκανε όλους να χορεύουν.
Λεξικό Δέντρο
intoxicating
intoxicate
toxic
tox



























