Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intoxicating
01
μεθυστικός, αλκοολικός
refers to a type of drink that contains high levels of alcohol and can cause impairment or intoxication if consumed in excess
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intoxicating
συγκριτικός βαθμός
more intoxicating
διαβαθμίσιμο
02
μεθυστικός, γοητευτικός
extremely exciting, thrilling, or overwhelming
Παραδείγματα
The perfume had an intoxicating scent that filled the room.
Το άρωμα είχε μια μεθυστική μυρωδιά που γέμιζε το δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
intoxicating
intoxicate
toxic
tox



























